ἔσχατος

ἔσχατος, η, ον крайний, последний (ср. эсхатология - учение о конце мира)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔσχατος" в других словарях:

  • έσχατος — η, ο последний, крайний, предельный: η έσχατη μέρα της ζωής последний день жизни; οι έσχατοι έσονται πρώτοι (εισίν έσχατοι οι έσονται πρώτοι, Λουκ. 13, 30) последние будут первыми (есть последние, которые будут первыми, Лк. 13, 30); ΦΡ. έσχατα τ …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἔσχατος — farthest masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έσχατος — η, ο (ΑΜ ἔσχατος, η, ον Α και ἔσχατος, ον) 1. (για τόπους) ο πιο απομακρυσμένος, ο απώτατος, αυτός που βρίσκεται στο ακρότατο σημείο, ο τελευταίος («ἔσχατος θάλαμος», Ομ. Οδ.) 2. (για πρόσ.) χειρότερος, κατώτερος («ο έσχατος τών μαθητών») 3.… …   Dictionary of Greek

  • έσχατος — η, ο 1. ο τελευταίος, ο πιο μακρινός: Έσχατο όριο. 2. ο κατώτερος, ο χειρότερος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐσχατώτερον — ἔσχατος farthest adverbial comp ἔσχατος farthest masc acc comp sg ἔσχατος farthest neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατώτατον — ἔσχατος farthest masc acc superl sg ἔσχατος farthest neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάτω — ἔσχατος farthest masc/neut nom/voc/acc dual ἔσχατος farthest masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάτων — ἔσχατος farthest fem gen pl ἔσχατος farthest masc/neut gen pl ἐσχατάω to be at the edge imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐσχατάω to be at the edge imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάτως — ἔσχατος farthest adverbial ἔσχατος farthest masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔσχατον — ἔσχατος farthest masc acc sg ἔσχατος farthest neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατωτέρους — ἔσχατος farthest masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.